Life While-You-Wait.
Performance without rehearsal.
Body without alterations.
Head without premeditation.
I know nothing of the role I play.
I only know it’s mine. I can’t exchange it.
I have to guess on the spot
just what this play’s all about.
Ill-prepared for the privilege of living,
I can barely keep up with the pace that the action demands.
I improvise, although I loathe improvisation.
I trip at every step over my own ignorance.
I can’t conceal my hayseed manners.
My instincts are for happy histrionics.
Stage fright makes excuses for me, which humiliate me more.
Extenuating circumstances strike me as cruel.
Words and impulses you can’t take back,
stars you’ll never get counted,
your character like a raincoat you button on the run —
the pitiful results of all this unexpectedness.
If only I could just rehearse one Wednesday in advance,
or repeat a single Thursday that has passed!
But here comes Friday with a script I haven’t seen.
Is it fair, I ask
(my voice a little hoarse,
since I couldn’t even clear my throat offstage).
You’d be wrong to think that it’s just a slapdash quiz
taken in makeshift accommodations. Oh no.
I’m standing on the set and I see how strong it is.
The props are surprisingly precise.
The machine rotating the stage has been around even longer.
The farthest galaxies have been turned on.
Oh no, there’s no question, this must be the premiere.
And whatever I do
will become forever what I’ve done.
Ο τίτλος είναι παρμένος από το Βίο του Αντωνίου, 75, του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος διηγείται πως το τελευταίο βράδυ πριν από την είσοδο του Οκτάβιου στην Αλεξάνδρεια (Αύγουστος του 30 π.Χ.) κάτω από το παράθυρο του Αντωνίου ακούστηκε ο θόρυβος ενός «αόρατου θιάσου». Δόθηκε η ερμηνεία πως ήταν ο προστάτης του Αντωνίου, ο θεός Διόνυσος που τον εγκατέλειπε («Ἐδόκει δέ τοῖς ἀναλογιζομένοις τό σημεῖον ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον, ὧ μάλιστα συνεξομοιῶν καί συνοικειῶν ἑαυτόν διετέλεσεν»).
21 comments
Ε βάλτε κάνα καλό ποίημα
[Wisława Szymborska – LIFE WHILE-YOU-WAIT](https://www.dailygood.org/story/2647/wislawa-szymborska-life-while-you-wait-maria-popova/)
Life While-You-Wait.
Performance without rehearsal.
Body without alterations.
Head without premeditation.
I know nothing of the role I play.
I only know it’s mine. I can’t exchange it.
I have to guess on the spot
just what this play’s all about.
Ill-prepared for the privilege of living,
I can barely keep up with the pace that the action demands.
I improvise, although I loathe improvisation.
I trip at every step over my own ignorance.
I can’t conceal my hayseed manners.
My instincts are for happy histrionics.
Stage fright makes excuses for me, which humiliate me more.
Extenuating circumstances strike me as cruel.
Words and impulses you can’t take back,
stars you’ll never get counted,
your character like a raincoat you button on the run —
the pitiful results of all this unexpectedness.
If only I could just rehearse one Wednesday in advance,
or repeat a single Thursday that has passed!
But here comes Friday with a script I haven’t seen.
Is it fair, I ask
(my voice a little hoarse,
since I couldn’t even clear my throat offstage).
You’d be wrong to think that it’s just a slapdash quiz
taken in makeshift accommodations. Oh no.
I’m standing on the set and I see how strong it is.
The props are surprisingly precise.
The machine rotating the stage has been around even longer.
The farthest galaxies have been turned on.
Oh no, there’s no question, this must be the premiere.
And whatever I do
will become forever what I’ve done.
Απο την πόρτα σου παιρνώ και τηγανιζεις ψάρια
[https://www.lifo.gr/arxeio/me-aformi-tin-poiitiki-syllogi-toy-konstantinoy-mpogdanoy](https://www.lifo.gr/arxeio/me-aformi-tin-poiitiki-syllogi-toy-konstantinoy-mpogdanoy)
[https://tovatraxi.com/politics/fovoi-oti-o-konstantinos-mpogdanos-mporei-na-epistrepsei-stin-poihsh/](https://tovatraxi.com/politics/fovoi-oti-o-konstantinos-mpogdanos-mporei-na-epistrepsei-stin-poihsh/)
[https://youtu.be/a-PfC7LXzPk?si=ObS2Hbb1ijbaxc-a](https://youtu.be/a-PfC7LXzPk?si=ObS2Hbb1ijbaxc-a)
[https://youtu.be/GG8jnyBZlCw?si=3cacU6nxDFYADb9K](https://youtu.be/GG8jnyBZlCw?si=3cacU6nxDFYADb9K)
https://preview.redd.it/3on2wid95opc1.jpeg?width=509&format=pjpg&auto=webp&s=4244d4f2bf26dc5e18b10b36792320e6e87c83f4
[Arabian Sigma – The Perfect Girl](https://www.youtube.com/watch?v=JTpfIVWoSwo)
“Μπηκα μεσα στο σπιτι σου
σαν την βρεγμενη γατα,
γιατι απ’εξω εβρεχε,
Και ειχα ντυθει γατι!”
-Χατζηφραγκετα
Στου Ψηλορείτη τη κορφή ξανοίγω ένα γαϊδούρι το κοίταξα καλά καλά και σου ‘μοιαζε στη μούρη.
Έχεις δυο μάτια σαν αυγά
δυο κ… σαν βαρέλια
όταν γυρίσω να σε δω
σκάνω από τα γέλια.
Αντίκρυ μου ήρθες κι έκατσες
σα μαραμένο πράσο
και από τη χολόσκαση
μ’ έρχεται να ξεράσω
Εσύ εδώ μαραίνεσαι
εγώ απέ δω λυπούμαι
άψε κερί στην Παναγιά
ίσως ανταμωθούμε.
Πέθανε ο γάιδαρός σου
Αλλά μη στεναχωριέσαι
Είναι προς όφελός σου
Γιατί το μαλλί του θα το κάνεις γούνα
Και τ’αρχίδια του κουδούνα
Και τον πούτσο του φλογέρα
Για να παίζεις όλη μέρα
Φίλοι μου κακώς ορίσατε
Τα τριαντάφυλλα είναι κόκκινα
Οι βιολέτες είναι μπλε
Τα αρχίδια μου κουνιούνται
Και ο πούτσος μου κομπλέ
Instagraμικός ο Bogdan δεν λέω.
Το μόνο που με χαλάει στην πόζα είναι το χέρι που περιμένει αιμοληψία ή να σουτάρει τίποτα.
“Από την μάνα σου σε πήρα, για να σε ποτίσω μπύρα”
**Απολείπειν ὁ Θεὸς Αντώνιον**
Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ
ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—
τὴν τύχη σου ποῦ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου
ποῦ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
ποῦ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ φεύγει.
Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πῶς ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πῶς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποῦ ταιριάζει σε ποῦ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ χάνεις.
-Κ.Π Καβάφης, 1911.
Ο τίτλος είναι παρμένος από το Βίο του Αντωνίου, 75, του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος διηγείται πως το τελευταίο βράδυ πριν από την είσοδο του Οκτάβιου στην Αλεξάνδρεια (Αύγουστος του 30 π.Χ.) κάτω από το παράθυρο του Αντωνίου ακούστηκε ο θόρυβος ενός «αόρατου θιάσου». Δόθηκε η ερμηνεία πως ήταν ο προστάτης του Αντωνίου, ο θεός Διόνυσος που τον εγκατέλειπε («Ἐδόκει δέ τοῖς ἀναλογιζομένοις τό σημεῖον ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον, ὧ μάλιστα συνεξομοιῶν καί συνοικειῶν ἑαυτόν διετέλεσεν»).
[Πηγή σχολίου](http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_4.html)
“Roses are red.. I am gay and I love putsos”
Και αύριο η παγκόσμια μέρα μπλέ πέους.
τι έκανε ο μαλάκας στη σαουδική αραβία;
https://preview.redd.it/f2tmjs0fhopc1.jpeg?width=491&format=pjpg&auto=webp&s=2735a6c70a5d7f18cfbd242ea62b50043ed7b0f9
ΜΠΟρει να ΓΔΑρει ΝΟΣηρα, μολυβι στη σελιδα
Μα να βρει σταλα απο μυαλο, δεν εχει την ελπιδα
Ντάρι ντάρι, ντάρι ντάρι, στο γιαλό πετούν οι γλάροι
Ντάρι ντάρι, ντάρι ντάρι, να τα παίζαμε μακάρι
Μέσα στο δείλι το μαβί μου είπες, Φύγε βλάκα,
Στην Καλαμπάκα, στην Καλαμπακα
Κι ήπια του πόνου το ποτό με την τσανάκα
Στην Καλαμπάκα, στην Καλαμπάκα
~Ιακωβος Μουραμπάς
Here I sit, so broken hearted
Came to shit, but only farted
«Λαμπυριζούσης και σελαγιζούσης της σελήνης
παρά λίμνην της Δοϊράνης, εωράκαμεν τους ληστάς.
Κράζων δε “σταθήτε, ρε πούστηδες, γαμώ το σταυρό σας”
και απαντησάντων “κλάσε μας τ’ αρχίδια”,
απέδρασαν…»
ΤΟ ΤΡΑΓΟYΔΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟY ΜΟΥ
Ὑμνῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ τραγουδὼ τὸν ἑαυτό μου,
Καὶ ὅ,τι παραδέχομαι κι ἐσὺ θὰ τὸ παραδεχτείς,
Γιατί κάθε μόριο ποὺ μοῦ ἀνήκει ἀνήκει καὶ σ’ ἐσένα.
Ἀφήνομαι νωχελικὰ καὶ προσκαλὼ τὴν ψυχή μου,
Γέρνω νωχελικὰ παρατηρῶντας ἕνα βλαστάρι χλόης καλοκαιρινῆς.
Ἡ γλῶσσα μου, κάθε μόριο ἀπὸ τὸ αἷμα μου εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ τό
χῶμα αὐτό, ἀπὸ τὸν ἀέρα αὐτό,
Γεννημένος ἐδῶ ἀπὸ γονεῖς γεννημένους ἐδῶ, ὅπως καὶ οἱ γονεῖς τους,
ὅπως καὶ οἱ γονεῖς τῶν γονιῶν τους,
Στὰ τριάντα ἑφτά μου χρόνια καὶ μὲ ὑγεία τέλεια ξεκινώ,
Ἐλπίζοντας νὰ μὴ σταματήσω μέχρι τὸν θάνατό μου.
Καθὼς δόγματα καὶ σχολὲς ἀπαρχαιωμένα
Στὸ περιθώριο μένουν γιὰ λίγο ἔχοντας ἐκπληρώσει τὸν σκοπό τους,
χωρὶς ποτὲ νὰ λησμονιοῦνται,
Ἐγὼ γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακὸ ἐναγκαλίζομαι, ἀπροσχεδίαστα ἀφήνοντάς
τὴ νὰ μιλά,
Τὴ Φύση ἀχαλίνωτη μὲ τὴν ἀρχέγονή της ἐνέργεια.
Walt Whitman