
Η ιστορία του Χώματος είναι μια από τις αγαπημένες μου μάχες της επανάστασης και μπορείτε να την βρείτε στα [ενθυμήματα στρατιωτικά](https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/7/2/f/metadata-02-0000243.tkl?dtab=m&search_type=simple&search_help=&display_mode=overview&wf_step=init&show_hidden=0&number=10&keep_number=&cclterm1=&cclterm2=&cclterm3=&cclterm4=&cclterm5=&cclterm6=&cclterm7=&cclterm8=&cclfield1=&cclfield2=&cclfield3=&cclfield4=&cclfield5=&cclfield6=&cclfield7=&cclfield8=&cclop1=&cclop2=&cclop3=&cclop4=&cclop5=&cclop6=&cclop7=&isp=&search_coll%5Bmetadata%5D=1&&stored_cclquery=&skin=&rss=0&lang=el&ioffset=1&offset=1) του οπλαρχηγού Νικόλαου Κασομούλη. Έλαβε χώρα στην τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου. Θα σας τη γράψω περιληπτικά ελπίζοντας ότι εχω καταλάβει σωστά. Αλλά επειδή είμαι και κοπέλα και ούτε φαντάρος δεν εχω κανει, καλύτερα να την διαβάσετε και μονοι σας από τον ιδιο. Βιβλίο δεύτερο, κεφάλαιο 19, σελ 92 (99 στο pdf).
Ο Κιουταχής είχε αποκλείσει το Μεσολόγγι από στεριά. Για να πλησιάζει ο στρατός του έκανε το εξής: Έβαλε σκλάβους και στρατιώτες να σκάβουν και να σηκώνουν βουνό από χώματα. Κρυμμένοι πίσω του, φτυαρίζοντας λίγο λίγο το κυλούσαν μπροστά. Και έτσι, όλο και ζύγωναν στο Μεσολόγγι πισω από ένα κυλιόμενο χωμάτινο τείχος. Αυτό ήταν και το λεγόμενο «Χώμα». Τι κάνεις τώρα;
Το Μεσολόγγι το είχε κάνει Φρούριο ολκής, ήδη από την πρώτη πολιορκία, ο Κοκκίνης ο Μηχανικός. Αυτός ο ήρωας μέχρι τέλους έμεινε και επισκεύαζε τα τείχη. Αυτός έχτισε και την γέφυρα για να κάνουν την έξοδο. Και εκεί στην έξοδο χάθηκε κιόλας. Τεσπα. Στο Μεσολόγγι λοιπόν, είχε χτίσει τάφρο μεγάλη, μετά τείχη ψηλά και 23 «Θέσεις», καθεμιά με άλλο όνομα και άλλον Καπεταναίο υπεύθυνο για την άμυνα τους. Φυλάκια δηλαδή. 23 προμαχώνες.
Φτάνει στο Μεσολόγγι στις 10 αυγούστου 1825 από τη θάλασσα ο Μιαούλης με το Σταχτούρη και άλλους καπεταναίους. Αφού αγκαλιάζονται και τα λένε με τους πολιορκημένους, ενημερώνονται για την δραματική κατάσταση με το Χώμα. Τότε, φώτισε ο Θεός τον Γερο-Μιαούλη και έδωσε λύση:
\- Δεν είναι καμιά τέχνη να το κλέψετε το Χώμα από μέσα;
Ακριβώς. Γιατί να μην πάνε, και όσο ρίχνουν χώμα οι Τούρκοι με τα φτυάρια, τόσο να παίρνουν εκείνοι; Οι Τούρκοι ήταν κρυμμένοι πίσω απ’ το Χωμα, πώς θα τους παίρναν χαμπάρι;
Τρυπάνε λοιπόν την οχύρωση του Μεσολογγίου για να μπορούν να βγούν έξω στα κρυφά και χτίζουν μια μικρή γεφυρούλα πάνω από τη τάφρο. Μαζεύεται κόσμος και κοσμάκης, κάνουν δυο γαϊτανάκια και με καλάθια αρχίζουν να κλέβουν το Χώμα από τη βάση του. Χέρι χέρι περνούσαν τα καλάθια μέσα στο Μεσολόγγι και ρίχναν τα χώματα σε κάτι σπίτια που υπέδειξε ο Κοκκίνης ο μηχανικός, τα Κουτσονέικα, ώστε να τα γεμίσουν και να βάλουν μετά πάνω πυροβόλα. Και έτσι θα είχαν και νέο προμαχώνα. Τριγύρω στο μεταξύ βάλαν φρουρούς, αν κανένας τούρκος ξεμύτιζε να κοιτάξει, να τόνε φάνε αμέσως, μη τυχόν και τους πάρουν χαμπάρι. Είχαν ενθουσιαστεί.
Κύλαγαν οι Τούρκοι το Χώμα, κύλαγαν, τίποτα. Ρίχναν τις νύχτες κάνα λιθάρι να δουν τι γίνεται, φτάσαν στη τάφρο; Να ακούσουν το μπλούμ του νερού. Γιατί δεν προχωράει; Ούτε σε 10 μέρες δεν προλάβαιναν να ρίξουν τόσο, όσο αυτό που κλέβαν οι πολιορκημένοι σε μία. Φτυάρι vs καλάθι σημειώσατε 0-1.
Οι Έλληνες στο μεταξύ, ήταν με τη ψυχή στο στόμα, μη τυχόν και γίνει καμιά μαλακία όπως πείραζαν το Χώμα στη βάση του και καταρρεύσει όλο. Σε τέτοια περίπτωση όχι απλώς θα τους πλάκωνε, αλλά θα ξεχύνονταν και οι Τούρκοι από πίσω. Έτοιμοι λοιπόν όλοι για ξύλο. Όμως ο μηχανικός και οι λαγουμιτζήδες ήταν μεγάλοι μάστορες και δεν κατέρρευσε. Απλώθηκε φήμη μάλιστα παντού και δημιουργήθηκε μυστηριώδες meme. Λέγαν στα χωριά:
\-Τι κάμνουν εις το Μισολόγγι;
\-Κλέπτουν Χώμα.
Αλλά δεν ήξεραν τι σημαίνει.
Οι μηχανικοί των Τούρκων είδαν ότι δεν κύλαγε το πράγμα, αλλά που να σκεφτούν ότι τους το ψειρίζουν. Απλά αυξήσανε τις εργασίες. Αφού λοιπόν δεν χαμπάριασαν, σκάβουν οι αθεόφοβοι πολιορκημένοι 12 μετρα λαγούμι κατά μήκος στο ίδιο το Χώμα και βάζουν μέσα μια μεγάλη βόμβα να το μπουρλωτιάσουν. Απ’ έξω βάλαν τέσσερις μικρότερες, ώστε όταν σκάσουν, να νομίσουν οι Τούρκοι ότι τους την πέφτουν οι Έλληνες για μάχη σώμα με σώμα, να μαζευτεί όλο το στράτευμα εκεί, και τότε να ανάψουν και τη μεγάλη. Το κάνουν πράγματι, πετάγονται με τις ξιφολόγχες οι Έλληνες αλλά, πουθενά οι Τούρκοι. Ήταν πιο κει. Μάλλον βιάστηκαν να ανάψουν τη μεγάλη βόμβα και δεν πρόλαβαν οι εχθροί να μαζευτούν. Μέθυσαν λέει οι πολιορκημένοι από τη κάπνα και την βροντή(lol).
Φτάνουν όμως εν τέλει οι Τούρκοι, και αρχίζει μάχη με γρανετες. Πετάγαν ο ένας χειροβομβίδες στον άλλον για ώρες, και ήτανε τόσο κοντά μεταξύ τους, που φτάναν στους Έλληνες αναμμένες και, είτε σκάγαν στα χέρια τους, είτε προλάβαιναν και τις πετούσαν πίσω να σκάσουν στους Τούρκους. Σαν να παίζανε λέει με μήλα. 24 ώρες μάχη τρομερή. Στη πλευρά τους οι Τούρκοι, είχαν στημένα χαρακώματα. Έτσι, κοντά στη βάση του Χώματος είχαν μπλέξει ξύλα. Βάζουν οι Έλληνες φωτιά στα ξύλα αυτά, καίγονται τα χαρακώματα και σωριάζεται ό,τι στέκονταν ακόμη απ’ το Χώμα. Τρεις μήνες δουλειάς το χάλασαν σε δύο ώρες. Ίσιωμα. Η μάχη αυτή ελαβε χωρα 19 Αυγούστου 1825. Αφού δε κατάφεραν να τους ανατινάξουν όλους όμως, τι τα θες.
Μηχανεύονται λοιπόν και καλύτερο σχέδιο για να γίνει σωστά το μπουρλωτιασμα. Αφήνουν τους Τούρκους να ξαναστήνουν οχυρώσεις και να ξανασηκώσουν το Χώμα. Αναλαμβάνει όμως τώρα, ο Κώστας ο Λαγουμιτζής, ο Χορμοβίτης. Η μορφάρα η ίδια. Που έσωσε μόνος του την Ακρόπολη αργότερα. Μιλάμε για παλικάρι από τα λίγα. Σκάβει καινούργιο υπόνομο, και δεν τον ανοίγει κατά μήκος του χώματος αλλά δυο μέτρα πιο μέσα, εκεί που είχαν τα χαρακώματα οι Τούρκοι. Κάτω από το στρατόπεδό τους. Βρήκε νερό στο σκάψιμο κι όμως, παρόλαυτα, δε ξέρω πως τα κατάφερε ο διάολος, και άνοιξε πράγματι από κάτω τους τρυπάρα. Τη στερέωσε με σανίδια και την έδεσε με τομάρια για να μην νοτίσει το μπαρούτι. 200 οκάδες, δηλαδή 250 κιλά, μπαρούτι έχωσε από κάτω τους και προσεχτικά-προσεχτικά τράβηξε ίσαμε έξω φυτίλι. Πού να το φαντάζονταν οι Τούρκοι. Ξέραν ότι κάτω από τη θέση τους είχε νερό, οπότε ήταν ήσυχοι πως δε γινόταν να φτιαχτεί εκεί λαγούμι.
10 το βράδυ, 9 Σεπτέμβρη, σκάει μια πρώτη μπομπίτσα, μικρή, ο Κώστας και τρέχουν οι Τούρκοι όλοι στις θέσεις τους. Σαν τις σφήγκες όταν χτυπά κανείς την κουφάλα τους, και πέφτουν πάνω του να τον φάνε. Έτσι φάνηκαν στον Κασομούλη που τους είδε. Τίγκαραν τα χαρακώματα και:
«Αφού σωρεύθησαν τόσο πλήθος, και περίμεναν την έξοδόν μας ν’ αρχίσει- και εσωρεύθησαν και εως 2 χιλδ. ακόμη επάνω εις το Χώμα, όπου έμελλεν να εκραγή η υπόνομος, βάνει φωτιάν ο Κώστας, και επειδή ήτον αυτή βαθέα σκαμμένη, κυκλοειδώς διευθυνόμενη, καλά κτισμένη, το βαρούτι πολύ **·** καθώς έφθασεν το πυρ, εως να έβγη από τα σπλάχνα της γής, άρχισεν να σείη και να κλονίζει όλον το Φρούριον, και να ακούγονται τα τριξίματα του Φρουρίου και των σπιτιών της πόλεως ωσάν στεναγμός κανενός θηρίου μυθολογουμένου, ωσάν τρομερός σεισμός, ώστε εφόβισεν και ημάς και επέσαμεν, από την τρεμούλαν της γης όλοι κάτω. Μετά το σεισμόν εβγήκε ένας βρόντος τόσον τρομερός ώστε μας κούφανεν. Κοιτάζομεν τον ανήφορον προς τον ουρανόν και βλέπομεν ένα πλήθος σώματα ωσάν βαλώματα (μπαλώματα), αναβαίνοντα μαζί με τον σκοτεινώτατον και υλώδη καπνόν. Σκέλη, ποδάρια, κεφάλια, μισούς ανθρώπους, μπούτια χέρια, εντόσθια έπεσαν προς ημάς και άλλα προς τους εχθρούς.»
Πετάχτηκαν τότε οι δικοί μας με τις ξιφολόγχες «και τι να ιδείς; Έφευγον οι Τούρκοι ωσάν αγέλη, ωσάν αστραπήν…»
30 Τούρκους βρήκαν μισοζώντανους, παγιδευμενους στο Χώμα αυτό, που επίσης έγινε ίσιωμα. Λέει πως του είναι αδύνατο να αποσιωπήσει την ανδρεία τους, καθώς και οι Τούρκοι όπως και οι Έλληνες, όλες τις κακοπάθειες τις υπέφεραν τόσο καιρό χωρίς αγανάκτηση και με μεγάλη επιμονή.
Την επομένη δεν ακούγονταν από το στρατόπεδο του Κιουταχή κιχ.