Μου θυμίζει τους ανεμοβλίαστους που μποϊκοτάρανε την εστίαση στην οποία δεν είχαν καν πρόσβαση επειδή ακριβώς ήταν ανεμβολίαστοι.
/r/oxitokoulouri
Και τώρα γνωρίζουμε γιατί δεν πρόκειται ποτε να πάρει Οσκαρ.
Εντάξει δε χρειάζεται να ανησυχεί, αποκλείεται να είναι υποψήφια.
And if my grandma had a dick she would be fucking my grandpa.
:’)
Σηκώστε χέρι όποιος τον έχει παίξει με Δήμητρα στα 00’s ol
Αν πάρω το Νόμπελ δε θα το δεχθώ. Έχω ραντεβού στο κομμωτήριο.
Δωστο σε εμένα Δήμητρα….
Και μετά δώσε μου και το βραβείο που δεν θες
πάλι καλά δεν είπε: “δε μου έχουν δώσει, γιατί ξέρουν οτι λόγω των διαφωνιών μου με την αμερικανική πολιτική, δεν θα το δεχόμουν, δεν είναι θέμα καριέρας για μένα”
Και εγώ διαφωνώ με τις απόψεις της Ματσούκα.
Αν μου την έπεφτε δεν θα της καθόμουνα.
delusional
/dɪˈluːʒ(ə)n(ə)l/
Learn to pronounce
adjective
characterized by or holding idiosyncratic beliefs or impressions that are contradicted by reality or rational argument, typically as a symptom of mental disorder.
“hospitalization for schizophrenia and delusional paranoia”
based on or having faulty judgement; mistaken.
“their delusional belief in the project’s merits never wavers”
15 comments
Και εγώ άμα μου το δίνανε δεν θα το έπαιρνα
Οχι ρε Δημητρα πως τους πετσοκοψες ετσι.
εγώ θα το δεχτώ
Μου θυμίζει τους ανεμοβλίαστους που μποϊκοτάρανε την εστίαση στην οποία δεν είχαν καν πρόσβαση επειδή ακριβώς ήταν ανεμβολίαστοι.
/r/oxitokoulouri
Και τώρα γνωρίζουμε γιατί δεν πρόκειται ποτε να πάρει Οσκαρ.
Εντάξει δε χρειάζεται να ανησυχεί, αποκλείεται να είναι υποψήφια.
And if my grandma had a dick she would be fucking my grandpa.
:’)
Σηκώστε χέρι όποιος τον έχει παίξει με Δήμητρα στα 00’s ol
Αν πάρω το Νόμπελ δε θα το δεχθώ. Έχω ραντεβού στο κομμωτήριο.
Δωστο σε εμένα Δήμητρα….
Και μετά δώσε μου και το βραβείο που δεν θες
πάλι καλά δεν είπε: “δε μου έχουν δώσει, γιατί ξέρουν οτι λόγω των διαφωνιών μου με την αμερικανική πολιτική, δεν θα το δεχόμουν, δεν είναι θέμα καριέρας για μένα”
Και εγώ διαφωνώ με τις απόψεις της Ματσούκα.
Αν μου την έπεφτε δεν θα της καθόμουνα.
delusional
/dɪˈluːʒ(ə)n(ə)l/
Learn to pronounce
adjective
characterized by or holding idiosyncratic beliefs or impressions that are contradicted by reality or rational argument, typically as a symptom of mental disorder.
“hospitalization for schizophrenia and delusional paranoia”
based on or having faulty judgement; mistaken.
“their delusional belief in the project’s merits never wavers”