Η συζήτηση για το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα επιστρέφει τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο ως ζήτημα ισότητας αλλά και ως δείκτης της ποιότητας και της ωριμότητας της αγοράς εργασίας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η απασχόληση εμφανίζεται ανθεκτική, οι αμοιβές κινούνται ανοδικά σε ονομαστικούς όρους και η οικονομία επιχειρεί να καλύψει χαμένο έδαφος της προηγούμενης δεκαετίας, οι επίμονες διαφοροποιήσεις στις αποδοχές ανά φύλο λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η ανάπτυξη δεν κατανέμεται αυτόματα με ισότιμο τρόπο. Το χάσμα αμοιβών δεν αφορά μόνο τη σύγκριση μισθών, αλλά συμπυκνώνει βαθύτερα χαρακτηριστικά της απασχόλησης, της επαγγελματικής εξέλιξης και της θέσης των γυναικών σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή για το Χάσμα Αμοιβών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, με έτος αναφοράς το 2024 και χρονοσειρά 2022–2024. Πρόκειται για τον δείκτη Gender Pay Gap, ο οποίος αποτυπώνει τη μέση ποσοστιαία διαφορά στις ωριαίες αποδοχές γυναικών και ανδρών, με τις αποδοχές των ανδρών να λειτουργούν ως βάση σύγκρισης, και χρησιμοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την παρακολούθηση των μισθολογικών ανισοτήτων. Τα δεδομένα αφορούν επιχειρήσεις με 10 ή περισσότερους εργαζομένους στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, εξαιρουμένου του στενού δημόσιου τομέα, και για τα έτη 2023 και 2024 βασίζονται σε διοικητικές πηγές, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ, με σημείο αναφοράς την έρευνα Διάρθρωσης και Κατανομής Αμοιβών του 2022.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αποκαλυπτική για τη σταθερότητα του φαινομένου. Το μισθολογικό χάσμα στο σύνολο της οικονομίας διαμορφώθηκε στο 13,4% τόσο το 2022 όσο και το 2024, ενώ το 2023 είχε ανέλθει οριακά στο 13,6%. Με απλά λόγια, οι γυναίκες εξακολουθούν να αμείβονται, κατά μέσο όρο, περίπου 13% λιγότερο ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τους άνδρες, χωρίς να καταγράφεται σαφής τάση σύγκλισης μέσα στην τελευταία τριετία. Η στασιμότητα αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι στο ίδιο διάστημα η αγορά εργασίας βελτιώθηκε σε επίπεδο απασχόλησης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αύξηση της συμμετοχής δεν αρκεί από μόνη της για να μειώσει τις ανισότητες στις αποδοχές.
Πίσω από τον συνολικό μέσο όρο αναδεικνύονται έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ κλάδων. Το μεγαλύτερο μισθολογικό χάσμα καταγράφεται στον τομέα της Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, όπου το 2024 οι ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των γυναικών ήταν χαμηλότερες κατά 25,3% σε σχέση με εκείνες των ανδρών, από 24,5% το 2022. Υψηλά επίπεδα ανισότητας εμφανίζονται και σε κλάδους όπως το Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο, οι Χρηματοπιστωτικές και Ασφαλιστικές Δραστηριότητες και η Διαχείριση Ακίνητης Περιουσίας, όπου το χάσμα διαμορφώνεται σταθερά στη ζώνη του 18%–20%. Οι αποκλίσεις αυτές δεν αποδίδονται αποκλειστικά στο είδος της εργασίας, αλλά αντανακλούν τη δομή των κλάδων, τη συγκέντρωση των ανδρών σε καλύτερα αμειβόμενες θέσεις ευθύνης και τη χαμηλότερη παρουσία γυναικών σε ρόλους λήψης αποφάσεων.
Στον αντίποδα των κλάδων με επίμονα υψηλές ανισότητες, καταγράφεται μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Στον τομέα της Παροχής Νερού, της Επεξεργασίας Λυμάτων και της Διαχείρισης Αποβλήτων, το μισθολογικό χάσμα εμφανίζεται με αρνητικό πρόσημο, καθώς οι μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των γυναικών υπερβαίνουν εκείνες των ανδρών, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στο -5,5% το 2024. Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναιρεί τη συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας, υπογραμμίζει όμως ότι το μισθολογικό χάσμα δεν αποτελεί αναπόφευκτο ή ομοιόμορφο χαρακτηριστικό. Αντίθετα, φαίνεται να συνδέεται στενά με τη διάρθρωση των θέσεων, τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κλάδου, στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι οι ανισότητες φαίνεται να συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με θεσμικές και οργανωτικές επιλογές.
Εξίσου έντονη είναι η διαφοροποίηση των μισθολογικών αποκλίσεων ανά ηλικιακή ομάδα. Το 2024, η μικρότερη –και μάλιστα με αρνητικό πρόσημο– απόκλιση καταγράφεται στους εργαζομένους κάτω των 25 ετών, όπου οι γυναίκες εμφανίζονται να αμείβονται οριακά υψηλότερα από τους άνδρες. Από την ηλικιακή ομάδα των 25–34 ετών και μετά, ωστόσο, η εικόνα μεταβάλλεται σταθερά, με τη διαφορά στις αποδοχές να διευρύνεται όσο εξελίσσεται η επαγγελματική πορεία. Στις ηλικίες 45–54 ετών φτάνει το 15,3%, ενώ στους εργαζομένους 65 ετών και άνω παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, στο 21,5%, παρά τη μείωση που καταγράφεται σε σχέση με το 2022. Η εξέλιξη αυτή δείχνει τη σωρευτική φύση της ανισότητας στον χρόνο, καθώς η διακοπή καριέρας, οι περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και η άνιση κατανομή οικογενειακών υποχρεώσεων επηρεάζουν διαχρονικά το επίπεδο των αμοιβών των γυναικών.
Οι μισθολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα εμφανίζονται ιδιαίτερα ανθεκτικές στον χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Οι αποκλίσεις στις αποδοχές παραμένουν σημαντικές, παρουσιάζουν έντονες διαφορές ανά κλάδο και ηλικιακή ομάδα και σχετίζονται με τον τρόπο οργάνωσης της απασχόλησης, τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και τη σύνθεση των θέσεων ευθύνης στην αγορά εργασίας. Η αντιμετώπιση του φαινομένου συνδέεται με παρεμβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια στις αμοιβές, τη διεύρυνση της πρόσβασης των γυναικών σε θέσεις ευθύνης και τις συνθήκες συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Οι εξελίξεις σε αυτά τα πεδία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο οι μισθολογικές ανισότητες θα περιοριστούν στα επόμενα χρόνια.