Για χρόνια, ο όρος «έξυπνη πόλη» ακουγόταν στο ελληνικό κοινό ως μια μάλλον μακρινή ιδέα, συνδεδεμένη περισσότερο με εικόνες από μεγάλες μητροπόλεις του εξωτερικού παρά με την καθημερινότητα των ελληνικών πόλεων. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα είναι διαφορετική. Η τεχνολογία εισέρχεται σταδιακά στη λειτουργία των δήμων μέσα από πρακτικές εφαρμογές που αφορούν την καθαριότητα, τη στάθμευση, την ενέργεια, τη μετακίνηση και την εξυπηρέτηση των πολιτών. Πρόκειται για ένα σύνολο μικρών και μεγάλων παρεμβάσεων που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η πόλη και επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή εμπειρία των κατοίκων.
Η ουσία αυτής της αλλαγής βρίσκεται σε κάτι αρκετά απλό. Οι έξυπνες πόλεις δεν ορίζονται από την ίδια την τεχνολογία, αλλά από τη χρήση της για την επίλυση καθημερινών ζητημάτων. Έξυπνος φωτισμός που μειώνει την κατανάλωση ενέργειας και βελτιώνει την ασφάλεια στους δρόμους, συστήματα διαχείρισης στάθμευσης που περιορίζουν τον χρόνο αναζήτησης θέσης, αισθητήρες σε κάδους οι οποίοι διευκολύνουν τον καλύτερο προγραμματισμό της αποκομιδής, ψηφιακές υπηρεσίες που επιτρέπουν την ολοκλήρωση διαδικασιών χωρίς μετακινήσεις και αναμονές. Όταν αυτές οι λύσεις λειτουργούν συνδυαστικά, η πόλη αποκτά καλύτερη οργάνωση, μεγαλύτερη ταχύτητα αντίδρασης και πιο αποτελεσματική διαχείριση πόρων.
Στην Ελλάδα, αυτή η κατεύθυνση αρχίζει να αποκτά πιο συγκεκριμένη μορφή μέσα από οργανωμένα προγράμματα. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είναι η δράση για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των δήμων που χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ 2021–2027. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής εντάχθηκαν τον Ιούλιο του 2024 συνολικά 52 δήμοι. Η δράση έχει συνολικό προϋπολογισμό περίπου 235 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η πρώτη φάση χρηματοδότησης για τις συγκεκριμένες εντάξεις ξεπερνά τα 39 εκατομμύρια, με τα ποσά ανά δήμο να διαμορφώνονται ανάλογα με το μέγεθος και τον πληθυσμό. Κάθε δήμος υλοποιεί μια σειρά έργων, επιλέγοντας λύσεις μέσα από ένα ευρύ σύνολο προτάσεων που προσαρμόζονται στις τοπικές ανάγκες και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.
Οι επιλογές των ίδιων των δήμων δείχνουν και τις προτεραιότητες. Πολλοί επένδυσαν σε συστήματα προστασίας από κυβερνοεπιθέσεις και σε εργαλεία που διευκολύνουν την τηλεργασία, αναδεικνύοντας τη σημασία της ασφάλειας των δεδομένων και της οργάνωσης των υπηρεσιών. Άλλοι έδωσαν έμφαση σε κεντρικές πλατφόρμες διαχείρισης δεδομένων που επιτρέπουν καλύτερη εικόνα της λειτουργίας της πόλης σε πραγματικό χρόνο. Η οργάνωση του δημοτικού στόλου, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, οι ψηφιακοί οδηγοί πόλης και οι εφαρμογές ενημέρωσης των πολιτών εμφανίζονται επίσης ως βασικά πεδία παρέμβασης. Πρόκειται για μια αλλαγή που επηρεάζει άμεσα την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών και την εμπειρία των πολιτών.
Σε αυτή τη διαδρομή, τα Τρίκαλα αποτελούν ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα πόλης που επένδυσε συστηματικά στην τεχνολογία επί σειρά ετών και κατάφερε να ενσωματώσει τις λύσεις αυτές στη λειτουργία της. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η πόλη δημιούργησε υποδομές ψηφιακών δικτύων και συμμετείχε σε ευρωπαϊκά προγράμματα, χτίζοντας σταδιακά ένα οικοσύστημα που συνδέει την τεχνολογία με τις υπηρεσίες του δήμου. Το δημοτικό δίκτυο οπτικών ινών, τα πρώτα πιλοτικά έργα αυτόνομων μετακινήσεων, αλλά και απλούστερες πρωτοβουλίες που διευκόλυναν την καθημερινότητα των πολιτών, διαμόρφωσαν μια νέα σχέση ανάμεσα στον δήμο και τους κατοίκους.
Σημαντικό ρόλο παίζει και το κέντρο ελέγχου της πόλης, όπου συγκεντρώνονται δεδομένα για την κυκλοφορία, τη λειτουργία βασικών υποδομών και άλλες πλευρές της καθημερινής λειτουργίας. Η πληροφορία αυτή επιτρέπει καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών και πιο άμεση παρέμβαση όπου χρειάζεται. Η εμπειρία των Τρικάλων δείχνει ότι η τεχνολογία αποδίδει περισσότερο όταν συνδέεται με συγκεκριμένες ανάγκες και όταν εντάσσεται σε μια σταθερή στρατηγική που εξελίσσεται με τον χρόνο.
Παράλληλα, η τεχνολογική ενσωμάτωση αποκτά σταθερή παρουσία και σε άλλες ελληνικές πόλεις, με διαφορετική κλίμακα και διαφορετικές προτεραιότητες. Η Λάρισα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μεσαίας πόλης που επενδύει σε πιο λειτουργικές, καθημερινές εφαρμογές, δίνοντας έμφαση στη διαχείριση ενέργειας, στον εκσυγχρονισμό δημοτικών υποδομών και στη βελτίωση της αποδοτικότητας βασικών υπηρεσιών. Η προσέγγιση αυτή δείχνει ότι η έννοια της έξυπνης πόλης συνδέεται με παρεμβάσεις που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία της πόλης και το κόστος των υπηρεσιών, περισσότερο από την εικόνα εντυπωσιακών, αλλά αποσπασματικών τεχνολογικών έργων.
Την ίδια στιγμή, η Πάτρα αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση μέσα από τη στενή σχέση της με το πανεπιστήμιο και τα ερευνητικά της ιδρύματα. Η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα καινοτομίας και η συνεργασία με ομάδες έρευνας και τεχνολογίας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου νέες λύσεις δοκιμάζονται και εξελίσσονται πιο οργανωμένα. Η σύνδεση πόλης, έρευνας και τεχνολογίας λειτουργεί έτσι ως μοχλός για την ανάπτυξη εφαρμογών που μπορούν να περάσουν από το στάδιο της δοκιμής στη λειτουργική αξιοποίηση.
Οι διαφορετικές αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι η πορεία προς πιο έξυπνες πόλεις δεν ακολουθεί ένα ενιαίο μοντέλο. Κάθε πόλη προσαρμόζει τις επιλογές της στα δικά της χαρακτηριστικά, στις ανάγκες των κατοίκων και στις δυνατότητες των υποδομών της. Άλλες επενδύουν περισσότερο στη διαχείριση ενέργειας, άλλες στην εξυπηρέτηση των πολιτών, άλλες στη σύνδεση με την έρευνα και την καινοτομία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία διαμορφώνεται σταδιακά ένα πιο ώριμο περιβάλλον, όπου η τεχνολογία ενσωματώνεται στην καθημερινή λειτουργία της πόλης.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι αλλαγές αυτές έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν την ποιότητα ζωής με τρόπο απτό και μετρήσιμο. Πιο αποδοτικός φωτισμός στους δρόμους, καλύτερη οργάνωση στην καθαριότητα, πιο ομαλή διαχείριση της κυκλοφορίας, ταχύτερη εξυπηρέτηση από τις δημοτικές υπηρεσίες και εξοικονόμηση πόρων που μπορούν να κατευθυνθούν σε άλλες ανάγκες της πόλης συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα στην καθημερινότητα. Μέσα από τέτοιες παρεμβάσεις, οι πόλεις λειτουργούν πιο οργανωμένα και σταθερά, ενώ η καθημερινή εμπειρία των κατοίκων γίνεται πιο απλή και πιο ασφαλής.