Ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή είναι όρος που έχει υιοθετηθεί από την ελληνική ιστοριογραφία για να περιγράψει τα αποτελέσματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην Ελλάδα και στον ελληνισμό γενικότερα.[1Συγκεκριμένα αναφέρεται στο τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-22, τη φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, όπως και τη σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη γενικευμένη πλέον εκδίωξη και εξόντωση μεγάλου μέρους του ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 900.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες.[
Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής αυτής που συντελέσθηκε ιστορικά σε δύο περιόδους, (αμφότερες τετραετίες), 1914-1918 και 1920-1924 είναι πράγματι πολύ δύσκολος. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον οποίο περιλαμβάνονταν βασανισμοί αιχμαλώτων, ακρωτηριασμοί, θανάτωση βρεφών, βιασμοί, η ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και ατέλειωτες πορείες στα περιώνυμα “τάγματα εργασίας”, με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ’ αυτά, οι απαγχονισμοί, τα δημόσια λυντσαρίσματα, καθώς και οι εκτελέσεις με αποφάσεις των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.
Η εκστρατεία στη Μικρά Ασία
Αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1918) ξεκίνησαν οι εργασίες στη Σύνοδο Ειρήνης στο Παρίσι μεταξύ των νικητριών χωρών, ανάμεσα σε αυτές και την Ελλάδα. Ύστερα από αγγλική και γαλλική συμφωνία, η 1η μεραρχία του Ελληνικού στρατού υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Ζαφειρίου αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου του 1919 με σκοπό να εγκαταστήσει ελληνική διοίκηση -υπό συμμαχικό έλεγχο- και να προστατεύσει τους χριστιανικούς, και όχι μόνο, πληθυσμούς από ατάκτους και από αυθαιρεσίες της Οθωμανικής διοίκησης.[4] Άλλωστε βρισκόταν ήδη από το 1914 διαδικασία εκκαθάρισης όλων των μη μουσουλμανικών στοιχείων. Ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα, θεωρώντας τα ως προμήνυμα για την παραχώρηση της πόλης στην Ελλάδα. Τους επόμενους μήνες συγκροτήθηκε στρατιωτική μεραρχία με έδρα τη Σμύρνη υπό τον συνταγματάρχη Μαζαράκη. Τουρκικές αντάρτικες δυνάμεις αρνήθηκαν όμως να δεχθούν την ελληνική διοίκηση και ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο, με αποτέλεσμα η απόβαση του ελληνικού στρατού να μετατραπεί σε μακρόχρονη εκστρατεία.
Παράλληλα, στη Συμμαχική Συνδιάσκεψη στο Παρίσι συζητιόταν η τύχη της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των εδαφών της. Τον Μάρτιο του 1920 το ελληνικό στρατηγείο μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη υπό τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ύστερα από πιέσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν διστακτικά τη συγκατάθεση τους για προέλαση του Ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Τον Αύγουστο του 1920 υπογράφηκε τελικά η συνθήκη των Σεβρών, με την οποία γινόταν η οριστική παραχώρηση όλης της Θράκης (σχεδόν μέχρι την Κωνσταντινούπολη), καθώς και η παραχώρηση της διοίκησης της περιοχής της Σμύρνης για 5 έτη στην Ελλάδα (με το δικαίωμα ενσωμάτωσής της μετά από δημοψήφισμα). Μέχρι τις 10 Αυγούστου θα ακολουθούσε και η προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, αλλά και επίσημα των νησιών του Αιγαίου, τα οποία ήδη κατείχε η Ελλάδα από τους Βαλκανικούς. Επίσης ο Βενιζέλος είχε έρθει και σε μυστική συμφωνία με την Ιταλία (Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι), αν και η συμφωνία αναιρέθηκε από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1920.
Παράλληλα με τις επιτυχίες της ελληνικής διπλωματίας και του ελληνικού στρατού, στο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε εμφύλια διαμάχη μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου και είχε συγκροτήσει, με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκικής εθνοσυνέλευσης, κυβέρνηση. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε καταληφθει απο τα συμμαχικά στρατεύματα, στην Άγκυρα. Από εκεί ο Ατατούρκ οργάνωσε συστηματικότερα την αντεπίθεση του προς δυτικά (Έλληνες) και ανατολικά (Αρμένιους). Επιπλέον είχε καταφέρει να υπογράψει συμφωνίες με τη Σοβιετική Ένωση, και αργότερα μυστικά με Γαλλία και Ιταλία, έτσι ώστε να ισχυροποιήσει τη θέση του.
Η πορεία προς στην Καταστροφή -Μερος 1
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Μικρασιατικής εκστρατείας αποτέλεσαν οι εκλογές του 1920. Το αποτέλεσμα των εκλογών, μέσα σε συνθήκες Εθνικού Διχασμού και δυσαρέσκειας μέρος του ελληνικού λαού για τις αυθαιρεσίες της βενιζελικής διοίκησης και την παρουσία των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία (βασική πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης από την έκρηξη του παγκοσμίου πολέμου ήταν η μη απόβαση στη Μικρά Ασία), ήταν καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση του Δημήτρη Γούναρη. Μόλις ένα μήνα πριν, ο φίλα προσκείμενος στις συμμαχικές δυνάμεις Βασιλιάς Αλέξανδρος, σε αντίθεση με τον φιλογερμανό πατέρα του πέθανε αιφνιδίως από δάγκωμα μαϊμούς.
Το Δεκέμβριο του 1920, ο Κωνσταντίνος Α΄ επέστρεψε στο θρόνο ύστερα από Δημοψήφισμα. Ο Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά αντιπαθής στις δυνάμεις της Αντάντ -οι οποίες ήδη ήταν πολύ διστακτικές ως προς τη προέλαση του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα- για την ουδετερότητα που προσπάθησε να κρατήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία, οι οποίες είχαν προειδοποιήσει τη νέα κυβέρνηση για το τι θα σήμαινε μια πιθανή επιστροφή του Κωνσταντίνου στις σχέσεις τους με αυτή, βρήκαν το πρόσχημα που χρειάζονταν για να απαγκιστρωθούν από την εκστρατεία (ιδίως Γαλλία και Ιταλία) και παρέδωσαν διακοινώσεις με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του κράτους, ενώ πάγωσαν όλα τα δάνεια που είχανε δρομολογηθεί προς την Ελλάδα και την εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων για τις επιτάξεις στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. [
Μερικούς μήνες αργότερα το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Η Τουρκία με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ καταφέρνει να συμφωνήσει με Γαλλία και Ιταλία και να επιτύχει την προμήθεια του τουρκικού στρατού με πολεμικό υλικό από τις προαναφερόμενες χώρες.Την άνοιξη του 1921, ο Ελληνικός στρατός, ύστερα από στρατιωτικό συμβούλιο, αποφάσισε προέλαση προς την Άγκυρα και κατέλαβε καίρια στρατηγικά σημεία (Εσκί-Σεχίρ & Αφιόν-Καραχισάρ), χωρίς όμως να καταφέρει να εξαλείψει την τουρκική απειλή. Με το πέρασμα του χρόνου η εκστρατεία εξελίχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη για το Ελληνικό κράτος αφού κόστιζε 8.000.000 δραχμές ημερησίως. Ο Κεμάλ ως αρχιστράτηγος του τουρκικού στρατού με μυστική συμφωνία με τους Γάλλους (Συνθήκη της Άγκυρας, 20 Οκτωβρίου του 1921) ακύρωσε τη συνθήκη των Σεβρών, ενώ παράλληλα οι Γάλλοι εγκατέλειψαν την Κιλικία[9] αφήνοντας άφθονο πολεμικό υλικό στα χέρια των Τούρκων. Στις 5 Απριλίου 1922 η Ιταλία εκκένωσε την περιοχή της Εφέσου, την οποία και κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.
Η προέλαση του ελληνικού στρατού προς την Άγκυρα είχε τερματιστεί στη Μάχη στον Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921. Ακολούθησε στασιμότητα για περίπου ένα χρόνο, η οποία έφθειρε το ηθικό του στρατεύματος και αντίθετα έδωσε χρόνο στον Κεμάλ να αναδιοργανωθεί.
Μετά την, εκ των συνθηκών πλέον, αναγκαστική καθήλωση του ελληνικού στρατού και την παραίτησή από την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων που, έως και πριν τη μάχη του Σαγγάριου είχε, η ελληνική κυβέρνηση είχε συνειδητοποιήσει το επερχόμενο αδιέξοδο και σε συνεργασία με τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη είχε αποφασίσει την (στρατιωτική) εκκένωση ολόκληρης της Μικράς Ασίας, ήδη από τον Απρίλιο του 1922. Σε σχετική επιστολή της Έκθεσης Πεπραγμένων της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο με ημερομηνία 23 Απριλίου 1922, αναφέρονται τα εξής: “… Παρά το άνισον του αγώνος κ. Πρόεδρε, νομίζομεν ότι υπάρχει ακόμη ελπίς σωτηρίας. Κυρίως σήμερον πρόκειται περί του πως θα εξασφαλησθή η διάρκεια του πολέμου κατά το θέρος…” και “… είμεθα υποχρεωμένοι να τηρήσωμεν την μέχρι τούδε τηρηθείσαν απειλητική στάσιν μας κατά του αθηναϊκού καθεστώτος δια να το εξαναγκάσωμεν όπως μη τολμήσει να πραγματοποιήση την εκκένωσιν της Μικράς Ασίας διαρκούντος του θέρους…”
Η πορεια προς την καταστροφη -Μερος 2
Τον Μάιο του 1922 η κυβέρνηση Γούναρη παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων και την εξουσία ανέλαβε η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (πριν την κυβέρνηση του Πρωτοπαπαδάκη είχε ανέλθει στην εξουσία η εξαήμερη κυβέρνηση του Νικόλαου Στράτου.
Επίσης, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας με την κυβέρνηση[11]. Στη θέση του ανήλθε ο Γεώργιος Χατζανέστης. Σε διπλωματικό επίπεδο, οι προσπάθειες που γινόντουσαν όλο αυτό το διάστημα (Συνέδρια του Λονδίνου), μεταξύ Δυνάμεων, Ελληνικής κυβέρνησης και Τούρκων εκπροσώπων για συμβιβαστική λύση, δεν κατέληγαν σε κάποια συμφωνία. Εν τω μεταξύ, η οικονομική κατάσταση της χώρας βρισκόταν σε τραγικό επίπεδο. Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός οικονομικών, εφάρμοσε ένα σύστημα παγκοσμίως πρωτότυπο: διχοτόμησε το χαρτονόμισμα επιβάλλοντας αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο. Αν και το σύστημα απέδωσε, εντούτοις επέτεινε τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Τον Ιούλιο του 1922 η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη ψήφισε τον νόμο 2870 (ΦΕΚ Α 119/1922) Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής. Σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Βλάσση Αγτζίδη, ο νόμος αυτός εξυπηρετούσε τα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης να εμποδίσουν την άφιξη και κατ΄ επέκταση τη σωτηρία την προσφύγων που θα συνέρρεαν στην Ελλάδα μετά την αποτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας.[12][13].
Παράλληλα, η αντιπαλότητα σε πολιτικό επίπεδο, μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης συνεχιζόταν αμείωτη, γεγονός που εκφραζόταν στους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων της εποχής. Χαρακτηριστικά ήταν τα πρωτοσέλιδα του “Έθνους” και του “Σκριπ” (φιλοβενιζελική η πρώτη, αντιβενιζελική η δεύτερη) με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1922, όταν κατηγορίες αλλήλο-εκτοξεύονταν ανάλογα με την τοποθέτηση της εφημερίδας. Η νέα κυβέρνηση ζήτησε την άδεια των συμμάχων για στρατιωτική επιχείρηση στη Κωνσταντινούπολη. Οι Δυνάμεις όμως αρνήθηκαν και επισήμαναν ότι δόθηκαν εντολές στα συμμαχικά στρατεύματα στη Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία να εμποδίσουν κάθε ελληνική κίνηση για την κατάληψή της.
Αυτά τα κατεβατά γιατί τα ανεβάζεις εδώ αντί να σπρώξεις το link και να το διαβάσει όποιος θέλει;
Παιδιά, καλά όλα αυτά όμως καλό είναι να μην γράφουμε μόνο αυτά που γράφονται στα βιβλία ιστορίας.
Επειδή δυστυχώς τα βιβλία ιστορίας δεν είναι και τα πιο αντικειμενικά συγγράματα καθώς σε όλες τις χώρες ο πρωταρχικό στόχος αυτών των βιβλίων είναι να καλλιεργήσουν “εθνική συνείδηση” και όχι η αντικειμενική εξιστόρηση της ιστορίας.
Ένα από τα πιο ωραία quotes που έχω δει είναι το: “*If you aren’t at least a little ashamed of your country’s history, then you don’t know your country’s history*”
Έτσι και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να σταματήσουμε να ηρωποιούμε όλες τις πράξεις της χώρας μας και να κοιτάμε λίγο πιο αντικειμενικά τι έγινε.
Διαφορετικά απλά φανατικοποιείς τον πληθυσμό με το να του παρουσιάζεις την ιστορία της χώρας του σαν μια ανέη μάχη της δικαιοσύνης εναντίον των κτηνωδιών των εχθρών της.
Που είναι καλό στο να φτιάχνει άμυαλους στρατιώτες αλλά όχι και τόσο καλό αν θες σκεπτόμενους πολίτες.
Σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα δεν πήγε απλά να βοηθήσε τον Ελληνικό πληθυσμό και να τους προστατέψει. Πήγε έχοντας τη “Μεγάλη Ιδέα” στο μυαλό της και για να κατακτήσει. Ήταν στην κυριολεξία μια επεκτατική εκστρατεία και όχι κάποιος αμυντικός πόλεμος.
Και αν ήταν μόνο αυτό θα ήταν καλά τα πράγματα. Εξάλλου εκείνη την περίοδο από πολέμους άλλο τίποτα.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι έχουμε πολλές μαρτυρίες (όχι από τούρκους και έλληνες) αλλά από τις ξένες δυνάμεις που έχουν και πιο αντικειμενική άποψη, ότι οι Έλληνες σκότωναν αδιακρίτως μουσουλμανικό πληθυσμό, βίαζαν, έκαιγαν, κτλ. Και όταν ο Κεμάλ άρχισε να τους απωθεί, ξεκίνησαν τακτική καμένης γης και έκαιγαν οτιδήποτε άφηναν πίσω.
Δεν είναι κακό να είσαι υπερήφανος για την ιστορία της χώρας σου αν θες. Όμως πρέπει να ξέρεις και τα μαύρα στίγματα της ιστορίας σου για να μην φανατικοποιηθείς και γίνει ένας άμυαλος εθνικιστής. Γιατί η διαφορά πατριωτισμού και εθνικού σωβινισμού είναι μικρή.
6 comments
Ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή είναι όρος που έχει υιοθετηθεί από την ελληνική ιστοριογραφία για να περιγράψει τα αποτελέσματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην Ελλάδα και στον ελληνισμό γενικότερα.[1Συγκεκριμένα αναφέρεται στο τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-22, τη φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, όπως και τη σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη γενικευμένη πλέον εκδίωξη και εξόντωση μεγάλου μέρους του ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 900.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες.[
Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής αυτής που συντελέσθηκε ιστορικά σε δύο περιόδους, (αμφότερες τετραετίες), 1914-1918 και 1920-1924 είναι πράγματι πολύ δύσκολος. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον οποίο περιλαμβάνονταν βασανισμοί αιχμαλώτων, ακρωτηριασμοί, θανάτωση βρεφών, βιασμοί, η ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και ατέλειωτες πορείες στα περιώνυμα “τάγματα εργασίας”, με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ’ αυτά, οι απαγχονισμοί, τα δημόσια λυντσαρίσματα, καθώς και οι εκτελέσεις με αποφάσεις των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.
Η εκστρατεία στη Μικρά Ασία
Αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1918) ξεκίνησαν οι εργασίες στη Σύνοδο Ειρήνης στο Παρίσι μεταξύ των νικητριών χωρών, ανάμεσα σε αυτές και την Ελλάδα. Ύστερα από αγγλική και γαλλική συμφωνία, η 1η μεραρχία του Ελληνικού στρατού υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Ζαφειρίου αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου του 1919 με σκοπό να εγκαταστήσει ελληνική διοίκηση -υπό συμμαχικό έλεγχο- και να προστατεύσει τους χριστιανικούς, και όχι μόνο, πληθυσμούς από ατάκτους και από αυθαιρεσίες της Οθωμανικής διοίκησης.[4] Άλλωστε βρισκόταν ήδη από το 1914 διαδικασία εκκαθάρισης όλων των μη μουσουλμανικών στοιχείων. Ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα, θεωρώντας τα ως προμήνυμα για την παραχώρηση της πόλης στην Ελλάδα. Τους επόμενους μήνες συγκροτήθηκε στρατιωτική μεραρχία με έδρα τη Σμύρνη υπό τον συνταγματάρχη Μαζαράκη. Τουρκικές αντάρτικες δυνάμεις αρνήθηκαν όμως να δεχθούν την ελληνική διοίκηση και ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο, με αποτέλεσμα η απόβαση του ελληνικού στρατού να μετατραπεί σε μακρόχρονη εκστρατεία.
Παράλληλα, στη Συμμαχική Συνδιάσκεψη στο Παρίσι συζητιόταν η τύχη της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των εδαφών της. Τον Μάρτιο του 1920 το ελληνικό στρατηγείο μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη υπό τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ύστερα από πιέσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν διστακτικά τη συγκατάθεση τους για προέλαση του Ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Τον Αύγουστο του 1920 υπογράφηκε τελικά η συνθήκη των Σεβρών, με την οποία γινόταν η οριστική παραχώρηση όλης της Θράκης (σχεδόν μέχρι την Κωνσταντινούπολη), καθώς και η παραχώρηση της διοίκησης της περιοχής της Σμύρνης για 5 έτη στην Ελλάδα (με το δικαίωμα ενσωμάτωσής της μετά από δημοψήφισμα). Μέχρι τις 10 Αυγούστου θα ακολουθούσε και η προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, αλλά και επίσημα των νησιών του Αιγαίου, τα οποία ήδη κατείχε η Ελλάδα από τους Βαλκανικούς. Επίσης ο Βενιζέλος είχε έρθει και σε μυστική συμφωνία με την Ιταλία (Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι), αν και η συμφωνία αναιρέθηκε από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1920.
Παράλληλα με τις επιτυχίες της ελληνικής διπλωματίας και του ελληνικού στρατού, στο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε εμφύλια διαμάχη μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου και είχε συγκροτήσει, με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκικής εθνοσυνέλευσης, κυβέρνηση. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε καταληφθει απο τα συμμαχικά στρατεύματα, στην Άγκυρα. Από εκεί ο Ατατούρκ οργάνωσε συστηματικότερα την αντεπίθεση του προς δυτικά (Έλληνες) και ανατολικά (Αρμένιους). Επιπλέον είχε καταφέρει να υπογράψει συμφωνίες με τη Σοβιετική Ένωση, και αργότερα μυστικά με Γαλλία και Ιταλία, έτσι ώστε να ισχυροποιήσει τη θέση του.
Η πορεία προς στην Καταστροφή -Μερος 1
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Μικρασιατικής εκστρατείας αποτέλεσαν οι εκλογές του 1920. Το αποτέλεσμα των εκλογών, μέσα σε συνθήκες Εθνικού Διχασμού και δυσαρέσκειας μέρος του ελληνικού λαού για τις αυθαιρεσίες της βενιζελικής διοίκησης και την παρουσία των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία (βασική πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης από την έκρηξη του παγκοσμίου πολέμου ήταν η μη απόβαση στη Μικρά Ασία), ήταν καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση του Δημήτρη Γούναρη. Μόλις ένα μήνα πριν, ο φίλα προσκείμενος στις συμμαχικές δυνάμεις Βασιλιάς Αλέξανδρος, σε αντίθεση με τον φιλογερμανό πατέρα του πέθανε αιφνιδίως από δάγκωμα μαϊμούς.
Το Δεκέμβριο του 1920, ο Κωνσταντίνος Α΄ επέστρεψε στο θρόνο ύστερα από Δημοψήφισμα. Ο Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά αντιπαθής στις δυνάμεις της Αντάντ -οι οποίες ήδη ήταν πολύ διστακτικές ως προς τη προέλαση του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα- για την ουδετερότητα που προσπάθησε να κρατήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία, οι οποίες είχαν προειδοποιήσει τη νέα κυβέρνηση για το τι θα σήμαινε μια πιθανή επιστροφή του Κωνσταντίνου στις σχέσεις τους με αυτή, βρήκαν το πρόσχημα που χρειάζονταν για να απαγκιστρωθούν από την εκστρατεία (ιδίως Γαλλία και Ιταλία) και παρέδωσαν διακοινώσεις με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του κράτους, ενώ πάγωσαν όλα τα δάνεια που είχανε δρομολογηθεί προς την Ελλάδα και την εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων για τις επιτάξεις στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. [
Μερικούς μήνες αργότερα το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Η Τουρκία με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ καταφέρνει να συμφωνήσει με Γαλλία και Ιταλία και να επιτύχει την προμήθεια του τουρκικού στρατού με πολεμικό υλικό από τις προαναφερόμενες χώρες.Την άνοιξη του 1921, ο Ελληνικός στρατός, ύστερα από στρατιωτικό συμβούλιο, αποφάσισε προέλαση προς την Άγκυρα και κατέλαβε καίρια στρατηγικά σημεία (Εσκί-Σεχίρ & Αφιόν-Καραχισάρ), χωρίς όμως να καταφέρει να εξαλείψει την τουρκική απειλή. Με το πέρασμα του χρόνου η εκστρατεία εξελίχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη για το Ελληνικό κράτος αφού κόστιζε 8.000.000 δραχμές ημερησίως. Ο Κεμάλ ως αρχιστράτηγος του τουρκικού στρατού με μυστική συμφωνία με τους Γάλλους (Συνθήκη της Άγκυρας, 20 Οκτωβρίου του 1921) ακύρωσε τη συνθήκη των Σεβρών, ενώ παράλληλα οι Γάλλοι εγκατέλειψαν την Κιλικία[9] αφήνοντας άφθονο πολεμικό υλικό στα χέρια των Τούρκων. Στις 5 Απριλίου 1922 η Ιταλία εκκένωσε την περιοχή της Εφέσου, την οποία και κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.
Η προέλαση του ελληνικού στρατού προς την Άγκυρα είχε τερματιστεί στη Μάχη στον Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921. Ακολούθησε στασιμότητα για περίπου ένα χρόνο, η οποία έφθειρε το ηθικό του στρατεύματος και αντίθετα έδωσε χρόνο στον Κεμάλ να αναδιοργανωθεί.
Μετά την, εκ των συνθηκών πλέον, αναγκαστική καθήλωση του ελληνικού στρατού και την παραίτησή από την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων που, έως και πριν τη μάχη του Σαγγάριου είχε, η ελληνική κυβέρνηση είχε συνειδητοποιήσει το επερχόμενο αδιέξοδο και σε συνεργασία με τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη είχε αποφασίσει την (στρατιωτική) εκκένωση ολόκληρης της Μικράς Ασίας, ήδη από τον Απρίλιο του 1922. Σε σχετική επιστολή της Έκθεσης Πεπραγμένων της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο με ημερομηνία 23 Απριλίου 1922, αναφέρονται τα εξής: “… Παρά το άνισον του αγώνος κ. Πρόεδρε, νομίζομεν ότι υπάρχει ακόμη ελπίς σωτηρίας. Κυρίως σήμερον πρόκειται περί του πως θα εξασφαλησθή η διάρκεια του πολέμου κατά το θέρος…” και “… είμεθα υποχρεωμένοι να τηρήσωμεν την μέχρι τούδε τηρηθείσαν απειλητική στάσιν μας κατά του αθηναϊκού καθεστώτος δια να το εξαναγκάσωμεν όπως μη τολμήσει να πραγματοποιήση την εκκένωσιν της Μικράς Ασίας διαρκούντος του θέρους…”
Η πορεια προς την καταστροφη -Μερος 2
Τον Μάιο του 1922 η κυβέρνηση Γούναρη παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων και την εξουσία ανέλαβε η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (πριν την κυβέρνηση του Πρωτοπαπαδάκη είχε ανέλθει στην εξουσία η εξαήμερη κυβέρνηση του Νικόλαου Στράτου.
Επίσης, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας με την κυβέρνηση[11]. Στη θέση του ανήλθε ο Γεώργιος Χατζανέστης. Σε διπλωματικό επίπεδο, οι προσπάθειες που γινόντουσαν όλο αυτό το διάστημα (Συνέδρια του Λονδίνου), μεταξύ Δυνάμεων, Ελληνικής κυβέρνησης και Τούρκων εκπροσώπων για συμβιβαστική λύση, δεν κατέληγαν σε κάποια συμφωνία. Εν τω μεταξύ, η οικονομική κατάσταση της χώρας βρισκόταν σε τραγικό επίπεδο. Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός οικονομικών, εφάρμοσε ένα σύστημα παγκοσμίως πρωτότυπο: διχοτόμησε το χαρτονόμισμα επιβάλλοντας αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο. Αν και το σύστημα απέδωσε, εντούτοις επέτεινε τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Τον Ιούλιο του 1922 η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη ψήφισε τον νόμο 2870 (ΦΕΚ Α 119/1922) Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής. Σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Βλάσση Αγτζίδη, ο νόμος αυτός εξυπηρετούσε τα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης να εμποδίσουν την άφιξη και κατ΄ επέκταση τη σωτηρία την προσφύγων που θα συνέρρεαν στην Ελλάδα μετά την αποτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας.[12][13].
Παράλληλα, η αντιπαλότητα σε πολιτικό επίπεδο, μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης συνεχιζόταν αμείωτη, γεγονός που εκφραζόταν στους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων της εποχής. Χαρακτηριστικά ήταν τα πρωτοσέλιδα του “Έθνους” και του “Σκριπ” (φιλοβενιζελική η πρώτη, αντιβενιζελική η δεύτερη) με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1922, όταν κατηγορίες αλλήλο-εκτοξεύονταν ανάλογα με την τοποθέτηση της εφημερίδας. Η νέα κυβέρνηση ζήτησε την άδεια των συμμάχων για στρατιωτική επιχείρηση στη Κωνσταντινούπολη. Οι Δυνάμεις όμως αρνήθηκαν και επισήμαναν ότι δόθηκαν εντολές στα συμμαχικά στρατεύματα στη Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία να εμποδίσουν κάθε ελληνική κίνηση για την κατάληψή της.
Αυτά τα κατεβατά γιατί τα ανεβάζεις εδώ αντί να σπρώξεις το link και να το διαβάσει όποιος θέλει;
Παιδιά, καλά όλα αυτά όμως καλό είναι να μην γράφουμε μόνο αυτά που γράφονται στα βιβλία ιστορίας.
Επειδή δυστυχώς τα βιβλία ιστορίας δεν είναι και τα πιο αντικειμενικά συγγράματα καθώς σε όλες τις χώρες ο πρωταρχικό στόχος αυτών των βιβλίων είναι να καλλιεργήσουν “εθνική συνείδηση” και όχι η αντικειμενική εξιστόρηση της ιστορίας.
Ένα από τα πιο ωραία quotes που έχω δει είναι το: “*If you aren’t at least a little ashamed of your country’s history, then you don’t know your country’s history*”
Έτσι και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να σταματήσουμε να ηρωποιούμε όλες τις πράξεις της χώρας μας και να κοιτάμε λίγο πιο αντικειμενικά τι έγινε.
Διαφορετικά απλά φανατικοποιείς τον πληθυσμό με το να του παρουσιάζεις την ιστορία της χώρας του σαν μια ανέη μάχη της δικαιοσύνης εναντίον των κτηνωδιών των εχθρών της.
Που είναι καλό στο να φτιάχνει άμυαλους στρατιώτες αλλά όχι και τόσο καλό αν θες σκεπτόμενους πολίτες.
Σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα δεν πήγε απλά να βοηθήσε τον Ελληνικό πληθυσμό και να τους προστατέψει. Πήγε έχοντας τη “Μεγάλη Ιδέα” στο μυαλό της και για να κατακτήσει. Ήταν στην κυριολεξία μια επεκτατική εκστρατεία και όχι κάποιος αμυντικός πόλεμος.
Και αν ήταν μόνο αυτό θα ήταν καλά τα πράγματα. Εξάλλου εκείνη την περίοδο από πολέμους άλλο τίποτα.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι έχουμε πολλές μαρτυρίες (όχι από τούρκους και έλληνες) αλλά από τις ξένες δυνάμεις που έχουν και πιο αντικειμενική άποψη, ότι οι Έλληνες σκότωναν αδιακρίτως μουσουλμανικό πληθυσμό, βίαζαν, έκαιγαν, κτλ. Και όταν ο Κεμάλ άρχισε να τους απωθεί, ξεκίνησαν τακτική καμένης γης και έκαιγαν οτιδήποτε άφηναν πίσω.
Δεν είναι κακό να είσαι υπερήφανος για την ιστορία της χώρας σου αν θες. Όμως πρέπει να ξέρεις και τα μαύρα στίγματα της ιστορίας σου για να μην φανατικοποιηθείς και γίνει ένας άμυαλος εθνικιστής. Γιατί η διαφορά πατριωτισμού και εθνικού σωβινισμού είναι μικρή.